Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ

  Την Τετάρτη, 25 Μαϊου 2016, ο ‘’ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ  ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ  ΜΑΧΗΤΩΝ  ΚΑΙ  ΦΙΛΩΝ  ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ  ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗΣ  ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ «Χ»’’, πραγματοποίησε εκδήλωση με θέμα:
«ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ  ΣΤΟ  ΜΑΝΙΑΚΙ» και ομιλητή τον συγγραφέα και μέλος της «Χ», κ. ΣΠΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟ.
      Ο Πρόεδρος της  «Χ», Ιωάννης Γιαννάκενας, καλωσόρισε τους  παρευρισκομένους και είπε ότι, μετά από 195 χρόνια από την επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821,  η θυσία του Παπαφλέσσα στην μάχη στο Μανιάκι είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα αυτοθυσίας στις δύσκολες στιγμές, στην οποία κάποιος θα  πρέπει να θυσιάζεται για να δώσει το παράδειγμα. Στην συνέχεια, πήρε τον λόγο ο ομιλητής κ. Σπύρος Σταυρόπουλος.
                                                    ----------
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ  ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ (ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ)

Α) Επικρατούσες συνθήκες κατά την εκδήλωση της εθνεγερσίας μας
      Στην συνέχεια, ο λόγος δόθηκε στον ομιλητή κ. Σπύρο Σταυρόπουλο, ο οποίος άρχισε την ομιλία του αναφερόμενος στο γενικό κλίμα που υπήρχε στην εποχή του Παπαφλέσσα. Υπήρχαν δύο τάσεις, η Φαναριώτικη πολιτική της ‘’Μεγάλης Ιδέας’’ με έδρα την Κων/λη και εκείνη των Ελλήνων της Διασποράς εις την Δύσιν, με βάση τις εξαγγελίες της Γαλλικής Επαναστάσεως: και οι δύο συνενώνονται στην Ιδέαν του Γένους. Υπήρξε μία συνταύτιση της ιδέας της Φυλής και της Ελληνορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως, που εκπροσωπούν οι κλέφτες και οι αρματωλοί, οι  ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ, συνεχιστές των Βυζαντινών μας ΚΑΤΕΠΑΝΩ, το σώμα των αξιωματικών της Φυλής μας. 
     Τα δύο πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως καλύπτονται από σειρά ενδόξων και νικηφόρων γεγονότων, αλλά το 1824 χρειασθήκαμε χρήματα και δανειστήκαμε. Ο  ξένος παράγων εισέρχεται πλέον, ως ρυθμιστής στα πολιτικά δρώμενα της μαχομένης Ελλάδος. Εισέρχονται εθελοντές να πολεμήσουν φιλέλληνες αλλά και διεθνείς χρηματάνθρωποι της Δύσεως, οι οποίοι επιθυμούν να κερδοσκοπήσουν από τον υπέρ όλων αγώνα των Ελλήνων.  Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να οργανώσουν πολιτική ηγεσία ικανή να διευθύνει τον αγώνα συντονισμένα και κανείς από τους τοπικούς εθνεγέρτες δεν μπόρεσε να αποκτήσει αδιαφιλονίκητο, απόλυτο και πανελλήνιο εθνικό κύρος. Η σύγκρουση πολιτικών και στρατιωτικών εξελίσσεται εις εμφύλιο πόλεμο, και οι αντιπαραθέσεις κατατρώγουν  τα χρήματα του πρώτου δανείου και ωφελούνται ξένοι και Τούρκοι.  Από το περίφημο City του Λονδίνου, τα χρήματα δίνονται ευχαρίστως, με εγγύηση κομματιών της Ελληνικής γης και της θαλάσσης. Η όλη κατάσταση δίνει ευκαιρία στον Σουλτάνο να στείλει ισχυρότατες και εμπειροπόλεμες δυνάμεις, όπως του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή  υπό τον Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου, προς καταστολή της εθνεγερσίας μας.

Β) Βιογραφικό του Παπαφλέσσα / Γρηγορίου Δικαίου
     Ο Παπαφλέσσας γεννήθηκε το 1788 στην Πολιανή Μεσσηνίας , ήταν ένα από τα 28 παιδιά μιας μέσης αγροτικής οικογένειας των Φλεσσαίων ή Δικαίων, από τον δεύτερο γάμο του πατέρα του Δημητρίου. Εφοίτησε για μερικά χρόνια στην φημισμένη σχολή  της Δημητσάνας Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Φλέσσας του Δημητρίου. Φοίτησε στη φημισμένη Σχολή Δημητσάνας, την οποία δεν την τελείωσε και μόνασε, το 1816, στο μοναστήρι της Παναγιάς της Βελανιδιάς, στην Καλαμάτα. Εκεί εχειροτονήθη διάκονος πήρε το όνομα Γρηγόριος (παπάς Φλέσσας εξ ού και το Παπαφλέσσας) και ένα χρόνο αργότερα πήγε στην μονή Ρεκίτσας.
Γρήγορα όμως φάνηκε ότι η μοναστική ζωή δεν ταίριαζε στον ατίθασο και εκρηκτικό χαρακτήρα του. Μία σύγκρουσή του με Τούρκο αξιωματούχο τον παρώθησε να αφήσει την Πελοπόννησο και πριν φύγει να φωνάξει «Θα γυρίσω ή δεσπότης ή πασάς». Δραπετεύει στη Ζάκυνθο και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης και εμυήθη στην Φιλική Εταιρεία από τον συμπατριώτη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Τότε, οι προοπτικές και οι φιλοδοξίες του άλλαξαν ριζικώς.
   Του έδωσαν το ψευδώνυμο ‘’Αρμόδιος’’ και τον έστειλαν ως απόστολον του σκοπού της εκστρατείας στην Βλαχία, όπου ο Παπαφλέσσας ανέπτυξε εκπληκτική δράση. Ο υπερβολικός ζήλος και το παράτολμο θάρρος του τον παρέσυραν συχνά σε ενέργειες που εξέθεταν σε κίνδυνο τους Φιλικούς. Τότε, μερικοί Φιλικοί εισηγήθηκαν ακόμη και την δολοφονία του, ώστε να απαλλαγεί η Εταιρεία από τον ‘ανοικονόμητο παππά’, όπως έλεγαν.  Όμως, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης , που είχε ορισθεί και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας , όχι μόνον τον συμπαθούσε, αλλά, αναγνωρίζοντας τα προσόντα του, τον διόρισε γενικό του πληρεξούσιο, με εντολή να κηρύξει την Εθνεγερσία σε όλο τον Μοριά. 
       Τον Δεκέμβριο του 1820, ο Παπαφλέσσας έφθασε στην Ύδρα και από εκεί στην Πελοπόννησο. Στο συνέδριο της Βοστίτσας, το σημερινό Αίγιο, τον Ιανουάριο 1821, δημιουργήθηκαν ζωηρά επεισόδια μεταξύ του Παπαφλέσσα  και των κοτζαμπάσηδων της Αχαΐας. Ο Παπαφλέσσας ξεσηκώνει τον απλό λαό . Για να φέρει σε αδιέξοδο τους προύχοντες και να τους αναγκάσει να συμμετάσχουν στον αγώνα, προκαλεί ένοπλες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Στην άλωση της Καλαμάτας (23/3/1821) είναι ο πρώτος. Ενθουσιάζει με την  ανδρεία του και η εθνεγερσία αρχίζει έτσι δυναμικά. Από εκείνη την στιγμή, βγάζει τα ράσα, φοράει φουστανέλα και μία αρχαιοπρεπή περικεφαλαία και ξεσηκώνει μία – μία τις επαρχίες του Μοριά.
       Χάρη στον φιλικό δεσμό του με τον Κουντουριώτη, η άνοιξη του 1825 τον βρήκε Υπουργό Εσωτερικών της Κυβερνήσεως των πολιτικών. Ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται φυλακισμένος στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, και οι καπεταναίοι έχουν εξοντωθεί από τον Μαυροκορδάτο και τους πολιτικούς. Ο Ιμπραήμ, εκμεταλλευόμενος την  διχόνοια, αλωνίζει τον Μοριά. Τα Ρουμελιώτικα σώματα αποχωρούν από την Πελοπόννησο  και η κατάντια της χώρας είναι γεγονός. Ο Παπαφλέσσας πείθει την Κυβέρνηση να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη να ανακαλέσει από παντού τους διωγμένους οπλαρχηγούς στον υπέρ όλων αγώνα και αποφασίζει ο ίδιος  να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ στο Μανιάκι . Ο Ιμπραήμ, με ένα μεγάλο δίκτυο κατασκόπων, έχει πλήρη γνώση της μέχρι τότε καταστάσεως. Στις 18/5/1825, καταφθάνει στο Μανιάκι, με 6000 πεζούς τακτικού στρατού, με σώματα αλβανών ατάκτων, το περίφημο ιππικό των Μαμελούκων, το περίφημο πυροβολικό του, και τους Γάλλους αξιωματικούς του επιτελείου του. Μπροστά του αντικρίζει  έναν λόφο, με τρεις σειρές πρόχειρα ταμπούρια  από τις γύρω πέτρες του λόφου, όπου 300 αποφασισμένοι πολεμιστές με αρχηγό τον ‘’αρχιμανδρίτη’’, τον περιμένουν αγέρωχοι. Στα πλάγια υπάρχουν περίπου 1000 πολεμιστές, από τις 10000 που περίμενε ο Παπαφλέσσας, για να τον ενισχύσουν. 

Γ) Η  μάχη  στο  Μανιάκι
          Το πρωί της 20ης Μαΐου 1821, ο Ιμπραήμ  προωθούσε τον στρατό του σε σχηματισμούς, σύμφωνα με τον Γαλλικό τρόπο μάχης της Ναπολεόντειου εποχής.   Οι επιθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Αποκρούονται όλες, με μεγάλες απώλειες για τον Ιμπραήμ. Στο επιτελείο του αποφασίζεται γενική έφοδος, με όλες τις δυνάμεις, εναντίον των Ελληνικών θέσεων. Ο Παπαφλέσσας διέταξε τον Γάλλο γραμματέα του Τισαμενό, δώρο του Γάλλου στρατηγού Ρος, από εκτίμηση τον Έλληνα οπλαρχηγό, να μεταβεί στο ασφαλές απέναντι ύψωμα, να παρακολουθεί και να καταγράψει την μάχη. Ο νεαρός γραμματέας αρνείται, αλλά ο Παπαφλέσσας τον πείθει ότι έτσι είναι χρήσιμος για το μέλλον. Έτσι πρόλαβε, μαζί με αγωγιάτες και άλογα να διαφύγει, πριν ο κλοιός των Αιγυπτίων τους απομονώσει. Επίσης, έχουμε περιγραφή από τον Μιχάλη Σταϊκόπουλο, ο οποίος έλαβε μέρος στην μάχη και αιχμαλωτίστηκε, μεταφερόμενος όμως μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους στην Τρίπολη δραπέτευσε και γύρισε στους συμμαχητές του, μεταφέροντας τα της μάχης συμβάντα.   
     Η μάχη ήταν αμφίρροπος , πεισματώδης και πολύνεκρος. Ο Ιμπραήμ αναμείχτηκε μέσα στην μάζα των στρατιωτών του, για να τους δώσει θάρρος και μανία στην έφοδο. Ταυτοχρόνως, διατάζει τους αξιωματικούς του να σκοτώνουν κάθε δειλόν υποχωρούντα  και να προχωρούν, χωρίς να λογαριάζουν τις απώλειες, όποιες και να είναι. Τέλος, το ιππικό των Μαμελούκων διαλύει τα πλαϊνά και το πεζικό κυκλώνει τα ταμπούρια του λόφου. Η μάχη πλέον διεξάγεται σώμα με σώμα, με ό,τι υπάρχει, από σπαθί, μέχρι πέτρα, από πιστόλα, μέχρι σουγιά, με χέρια και με δόντια. Και έτσι, οι ερασιθάνατοι (λάτρεις του θανάτου) ήρωές μας, συναντώντας το αναπόφευκτο της θυσίας, φεύγουν ένας – ένας, καλπάζοντας προς την αιωνιότητα.
     Ο Παπαφλέσσας, αφού άδειασε τις δύο πιστόλες του, σκοτώνοντας δύο αλβανούς που προσπαθούσαν να τον αρπάξουν, (γιατί η εντολή του Ιμπραήμ ήταν να πιάσουν ζωντανό, τον ‘’θρασύτατο  αρχιμανδρίτη’’), τράβηξε το σπαθί του και ορμά μαινόμενος στον εχθρικό όγκο, σκορπίζοντας τον θάνατον παντού. Ένας άλλος αλβανός τον χτυπά από τα νώτα, με το κοντάκι του όπλου του στο κεφάλι και ο Παπαφλέσσας πέφτει νεκρός στο αιματόβρεκτο ταμπούρι. Αλλά και αυτός  χάνει το κεφάλι του αμέσως από την σπάθα του Αρκαδίου οπλαρχηγού Αναγνώστη Γκότση. Σε λίγο, η πληθώρα των Αιγυπτίων και Αλβανών, που γέμισαν το ταμπούρι σκοτώνουν το Γκότση, που αγκαλιάζει πρώτος τα άψυχο πλέον σώμα του αρχηγού του. Οι στρατιώτες του Ιμπραήμ νομίζουν ότι προσπαθεί να προφυλάξει τραυματισμένο αξιωματικό και με σπαθιές κόβουν το κεφάλι του ήδη νεκρού Παπαφλέσσα.
      Ανάμεσα στους νεκρούς είναι ο παπα-Γιώργης, ο γνωστός από την μάχη της Τριπολιτσάς  Παναγιώτης Κεφάλας, , ο ανιψιός του Παπαφλέσσα  Δημήτρης Φλέσσας,  και ένας σωρός άλλοι, μεταξύ αυτών και ένας Γάλλος, δώρο του στρατηγού Ρος, ο οποίος εκτελούσε χρέη προσωπικού υπασπιστή του Παπαφλέσσα. Τελευταίο έπεσε το ταμπούρι τού Πιέρου Βοϊδή, πού το κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν το πιο δυνατό απ' όλα. Όσοι απέμειναν ζωντανοί έτρεξαν στο ρέμα για να φύγουν, αλλά εκεί τούς περίμενε το εχθρικό ιππικό και τους κατέκοψε. Ελάχιστοι κατάφεραν να φτάσουν στην Ανδρούσα.  Ό σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τη Χίο, για να μην πέσει ή σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθί στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει και γλυτώνει , ως εκ θαύματος.
      Όταν η μάχη τελείωσε, κατέβηκε στο πεδίο ο Ιμπραήμ, αναζητώντας τον Παπαφλέσσα και του παρουσιάζουν ένα ακέφαλο πτώμα . Διατάζει και του έφεραν και το κεφάλι. Τον στερέωσαν όρθιο σε ένα δέντρο, δένοντάς κεφάλι και σώμα,  με σπάγκους. Αν και νεκρός έδινε την εντύπωση ζωντανού. Τότε ο Ιμπραήμ έκανε μία κίνηση σεβασμού και θαυμασμού, τον φίλησε στο  μέτωπο και είπε:
«  Πραγματικά, στάθηκε ένας ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατί  πολύ θα μας χρησίμευε».

Δ) Επίλογος
     Οι απώλειες από το στρατόπεδο του Ιμπραήμ ήταν 3200 νεκροί και 800 τραυματίες, ενώ από το στρατόπεδο του Παπαφλέσσα, από τους 1550 Έλληνες που συμμετείχαν στην μάχη, γλύτωσαν μόνο 437. Ο Ιμπραήμ αναγκάζεται να ανασυνταχθεί και να αναπληρώσει τις μεγάλες του απώλειες, χάνοντας χρόνο για την εξάπλωσή του στον Μοριά. Το πεσμένο φρόνημα των κατοίκων εξυψώνεται και αυτό δίνει θάρρος στους μαχητές να συνεχίσουν τον ανταρτοπόλεμο, φθείροντας τον εχθρό.   Έτσι, ο θάνατος του Παπαφλέσσα στέλνει παντοτινό μήνυμα πίστεως στην ανάγκην προσωπικών θυσιών, δια την διεξαγωγή ενός κοινού σκοπού και αγώνος. Απεφάσισε να γίνει μπροστάρης και με τον τρόπο αυτόν να παραδειγματίσει τον τρόπο για την συνέχιση του αγώνος. Διάλεξε το Μανιάκι, που φαίνεται από παντού. Το βλέπει σαν ιερό βωμό και όχι σαν οχύρωμα και από εκεί προκαλεί τον Ιμπραήμ να του επιτεθεί. Με την θυσία  αυτήν, την δική του και των συμπολεμιστών του είναι βέβαιος ότι θα ακολουθήσουν οι άλλοι στην τελική νίκη. 
       To Μανιάκι, που συμβολίζει καθοριστικώς την συνέχιση του μεγάλου αγώνος, μαζί με το ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου ένα χρόνο μετά, σήμαναν το αίσιον τέλος του οκταετούς πολέμου. Η σειρά των ολοκαυτωμάτων μας είναι γεγονότα που άλλαξαν την στάση της  διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων, συγκλόνισαν σε τέτοιο βαθμό την διανόηση των εθνών, ώστε πολύ αργότερα, κάποιοι αλλοεθνείς, τελείως άσχετοι με αυτά, προσπάθησαν να τα σφετερισθούν και να οικειοποιηθούν την λέξη ‘ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ’ προς ίδιον όφελος.   
      Αιωνία η μνήμη των αθανάτων ηρώων στο Μανιάκι. ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ
                                                   ------------

      Μετά το τέλος της ομιλίας του κ. Σπύρου Σταυρόπουλου, ο λόγος δόθηκε στον κ. Ανδρέα Νικολόπουλο, ο οποίος αναφέρθηκε σε έναν προγονό του, από αυτούς που πολέμησαν και έπεσαν στον Μανιάκι, τον αντιστράτηγο Ηλία Κορμά(*). Τέλος, ο Πρόεδρος της «Χ», Ιωάννης Γιαννάκενας ευχαρίστησε τον Ανδρέα Νικολόπουλο για τον λόγο του και το ακροατήριο για την παρουσία τους στη εκδήλωση.  

                                                                                              ΘΩΜΑΪΣ   ΠΑΡΙΑΝΟΥ    
(*)Ηλίας  Κορμάς  
     Την οικογένεια Κορμά την βλέπουμε στους αγώνες του έθνους, αρχίζοντας από τον Μήτρο Κορμά, ο οποίος είχε όλη την ηγεσία όλης της περιοχής της Ανδρούσης Μεσσηνίας (επαρχία Ιθώμης)και από το 1460 μέχρι το 1490 πάλευε σαν λέοντας κατά των Οθωμανών Τούρκων. Ο δεύτερος Κορμάς είναι ο πατέρας του Ηλία, Αντώνης, τον  οποίον τον βρίσκουμε στα ‘Ορλωφικά’, με πραγματικά αξιοθαύμαστη συνεργασία και με τους Ορλώφ και μετά, στον αγώνα επιβίωσης, όταν τελικά μείναμε μόνοι μας, απέναντι στους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς.    
      Ο Ηλίας Κορμάς γεννήθηκε το 1780 στο χωριό Κεφαλληνού της ορεινής
 Μεσσηνίας και από το 1810, που πέθανε ο πατέρας του Αντώνης Κορμάς, μέχρι τον ηρωικο θάνατό του (1825) ηγείτο των Ελλήνων της Ιθώμης, των Κοντοβουνίων της περιοχής (έτσι λεγόταν τότε), οι οποίοι ήταν 100 – 150 άνδρες, και τους μισθοδοτούσε και τροφοδοτούσε με δικά του χρήματα.  Κήρυξε την επανάσταση αμέσως μετά την Αγία Λαύρα και τους Αγίους Αποστόλους στην Καλαμάτα, στην περιοχή της Ιθώμης και έδιωξε τους Τούρκους, κατ’αρχήν στην Ανδρούσα και μετά τους έστειλαν στα κάστρα της Ιθώμης και της Κορώνης. Ήταν Φιλικός, μυημένος από τον Παπαφλέσσα, με τον οποίον έλαβε μέρος και διακρίθηκε σε πάρα πολλές μάχες σε Μεσσηνία, Τριπολιτσά, Βαλτέτσι, Αργος, Δερβενάκια και Ισθμό. Για ένα διάστημα τον βρίσκουμε να είναι και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη.
      Το 1823 λαβε μέρος στη Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ως πληρεξούσιος Ανδρούσης. Προήχθη διαδοχικά μέχρι τον βαθμό του Αντιστρατήγου, λίγες μέρες πριν το Μανιάκι, όπου πολέμησε και έπεσε, ως εξς : ταν καβάλα στο άλογό του και , παρ΄όλο που έχασε και τις δύο του πιστόλες, κατέβηκε από το άλογο να τις πάρει πάλι, το άλογο έφυγε, τον συνέλαβαν οι Αιγύπτιοι, μαζί με τον καλό του φίλο Π. Κεφάλα, και αφού τον έγδαραν ζωντανό, του πέταξαν μπαρούτι και τον έκαψαν ζωντανό.  

ΜΟΙΡΟΛΟΪ  ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΗΛΙΑ  ΚΟΡΜΑ
Θέλετε να ακούσετε κλάματα, να ακούσετε μοιρολόγια,
Περάστε από τα Διάσελα και από τα Καυσαλώνια,
Περάστε από την Κεφαλληνού κι απ’ το έρημο Δεντράκι,
Και εκεί θα ακούσετε κλάματα, θα ακούσετε μοιρολόγια,
Θα ακούσετε τις Κορμέισες, τις πέντε συνυφάδες,
Πως κλαίνε και πως θλίβονται και βαριαναστενάζουν,  
Σε δυ το λένε το πρωί, σε δυό το μεσημέρι,
Και κάθε κοντοδειλινό το λεν όλες αντάμα.
Και εκείνη η καπετάνισσα, του χίλιαρχου η γυναίκα,
Στο παραθύρι κάθεται, τους δρόμους αγναντεύει,
Βλέπει στρατιώτες να’ ρχονται, διαβάτες να περνάνε,
Βγαίνει μπροστά, του καρτερεί και τους διπλορωτάει,
«Στρατιώτες μου, διαβάτες μου, καλά μου παλληκάρια,
Μην είδατε τον στρατηγό, τον Λιά, τον καπετάνιο»;;
«Μες το Μανιάκι κείτονται, όλοι οι καπεταναίοι,
Ο Παπαφλέσσας και ο Κορμάς,  Βοϊδής Μαυρομιχάλης
Πετσάλης απ’τη Μπόγιανη, μαζί με τον Κεφάλα.
Στρώμα έχουνε την μαύρη γη, προσκέφαλο λιθάρια,

Και για από πάνω σκέπασμα, του φεγγαριού την λάμψη»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου